Παρασκευή, 12 Μαρτίου 2010

Θυμάσαι αδελφέ;…

Κάθε μέρα που περνά ο πόνος βαραίνει γιατί ......θες τα ονείρατα, θες οι αναμνήσεις δεν μας αφήνουν
Είναι βαριά η θλίψη αδελφέ, γιατί όλοι σ' αγαπούσανε και τα λόγια γίνονται κόμπος και λυγμός και βγαίνουν ασυνάρτητα χωρίς νόημα, σπαράγματα ψυχής, στο χαμό σου για πάντα.
Και είναι αυτό το για πάντα που κάνει τον πόνο αβάσταχτο, κάνει όλους μας να σωπαίνουμε, αναλογιζόμενοι το μυστήριο της ζωής, το μυστήριο του θανάτου.
Δε θα μπορέσω να αποφύγω να γίνω λίγο περισσότερο προσωπικός, γιατί φέρνω πίσω στη μνήμη μου τις πρώτες εντυπώσεις μας από την Αθήνα της μεταπολίτευσης.
Θυμάσαι, Νάκο; Εκεί στην Πλάκα, στη γειτονιά των αγγέλων, τότε που νομίζαμε, πως μπορούσαμε και εμείς να έχουμε συμβολή στο να γίνει ο κόσμος καλύτερος. Κι ανταλλάσσαμε γνώμες και ιδέες σε ατέλειωτα βραδινά τραπέζια συσκέψεων, για να καταλήξουμε, συνεχίζοντας τις ζωηρές κουβέντες μας σε κάποιο κοντινό ταβερνάκι και να πνίξουμε τη θέρμη της συζήτησης, συμφωνώντας πως λύση δεν υπάρχει.
Να κι ένας ακόμα λόγος που είμαι ο ακατάλληλος άνθρωπος να μιλήσω για σένα, αδελφέ.
Σ' αγαπούσα πολύ και τα λεγόμενά μου δεν έχουν το κριτήριο της αντικειμενικότητας και της ακρίβειας.
Θα κατάλαβες φαντάζομαι, μέχρι τώρα, πως δεν μιλώ για σένα, για τα χαρίσματα και τα χαρακτηριστικά σου, αλλά πολύ περισσότερο προσπαθώ να βγάλω και να ξεσκεπάσω τη δική μου ψυχή, τι αισθάνομαι μπρος στην αδόκητη αναχώρησή σου.
Τα χρόνια περάσανε από τότε αδελφέ, ο κόσμος δεν έγινε ποτέ καλύτερος, εμείς μεγαλώσαμε χωρίς ποτέ να βρούμε λύσεις στα προβλήματα που μας ταλάνιζαν που ταλανίζουν αιώνες τους ανθρώπους όπου γης.
Τώρα εσύ έφυγες και πήγες να βρεις ο ίδιος τους αγγέλους, ίσως για να τους πεις πως λύσεις δεν υπάρχουν εδώ στη γη, ας κάμουν ό,τι μπορούν αυτοί από τον ουρανό.
Έφυγες και έπνιξες στον πόνο την αγαπημένη σου σύζυγο και τα παιδιά σου τον Αριστοτέλη και τη Χρυσούλα
Κι άφησες όλους εμάς αδερφούς και φίλους να κοιταζόμαστε ανήμποροι, να αρθρώσουμε λόγια, βυθισμένοι στη σιωπή και τη βουβαμάρα.
Αν το ταξίδι, αδελφέ, είναι πεζοπόρο, όπως η εκκλησία μας το θέλει, εσύ ο Μουσθενιώτης, ο μαθημένος στις κακοτράχαλες πλαγιές των βουνών της γενέτειράς σου, εκεί που περπάταγες στις ψημένες από τον ήλιο πέτρες δεν θα δυσκολευτείς.
Κι αν όμως το ταξίδι είναι θαλασσινό, όπως το περιέγραφε η αρχαιοελληνική μας παράδοση, με πλεούμενο να διαπλέεις την Αχερουσία λίμνη εν πλω προς τις πηγές του Αχέροντα, πάλι εσύ που τσαλαβούτησες στα καταγάλανα νερά του Κόλπου της Νέας Περάμου , δεν θα' χεις πρόβλημα να κουμαντάρεις τη βάρκα.
Εμείς που μένουμε «οι ζώντες, οι περιλυπόμενοι» θα σ' αποχαιρετάμε κουνώντας σου το μαντίλι
ΥΣ Ένα πραγμα σε υποσχόμαστε:
Θα συνεχίσουμε πάνω στις ίδιες αρχές κι αξίες τόσο στο ΜΠΟΣΤΑΝΙ όσο και στη ζωή.
Αρχές κι Αξίες που δίδαξες στα παιδιά σου....και με τον τρόπο ζωής σου σε πολλούς.